Ημερολόγιον της φιλοκάλου Πηνελόπης: Περιοδικό εργοχείρων και συρμών (1910)

Εμφανίσεις: 94

Ένα συνδρομητικό περιοδικό του 1910 για γυναίκες, μια «Εγκυκλοπαίδεια της γυναικείας καλλιτεχνίας», με τις τελευταίες τάσεις στα κεντήματα και την εκτέλεση εργοχείρων, προτάσεις για την τραπεζοσκευή και τεϊοσκευή, άρθρα οικιακής οικονομίας, συμβουλές ομορφιάς, διαφημίσεις για μαγαζιά λευκών ειδών και προίκας, γαλακτοπωλεία, εμπορορραφεία και πάσης φύσεως μαγαζιά που σχετίζονται με την ομορφιά και την οικοκυρική.

Διαβάστε εδώ ένα τεύχος του 1910

Έρωτας κατά τα χρόνια του Ελληνοϊταλικού Πολέμου: «Αν ταιριάζουμε αμφότεροι, ας είναι τυχερό»

Εμφανίσεις: 96

Αδιαμφισβήτητο κομμάτι του λαϊκού πολιτισμού αποτελεί και η ανεπίσημη αλληλογραφία. Στη σκιά των ιστορικών γεγονότων, που όλοι γνωρίζουμε μέσα από τα βιβλία, υπάρχουν πάντα άνθρωποι με συναισθήματα και σκέψεις, που βιώνουν τις δικές τους πανανθρώπινες αγωνίες. Έτσι, στην παρακάτω επιστολή, ο Γιώργος Μπαλής, παρότι έχει τραυματιστεί στο Αλβανικό μέτωπο και νοσηλεύεται σε νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης, το μυαλό του βρίσκεται στη Νώτα, στην οποία κάνει κατάθεση ψυχής, αλλά φοβάται να μην τύχει περιφρόνησης, διότι αυτό έχει εκλάβει από αυτήν.

Διαβάστε εδώ το γράμμα, από το e-Sisifos - Ψηφιακό Χρονολόγιο της Κορινθιακής Λαογραφίας

(Φωτογραφίες: Αρχείο Γιώργου Λεβούνη και Ψηφιοποιημένες Συλλογές του Ελληνικού Λογοτεχνικού και Ιστορικού Αρχείου, KOR1.117)

Παρακολουθούμε Ομιλίες: Το Μουσείο των Ανθρώπων

Εμφανίσεις: 83

Στο συνεχώς μεταβαλλόμενο πεδίο της προσέλκυσης κοινού, τα μουσεία μεταβαίνουν από τη φάση της εσωστρεφούς διαχείρισης της πολιτιστικής κληρονομιάς, στη φάση μετατροπής τους σε ζωντανούς κοινωνικούς, πολιτικούς και συμμετοχικούς χώρους.

Όλο και περισσότεροι επισκέπτες προσμένουν να διερευνήσουν στον χώρο του μουσείου την ταυτότητά τους και να μάθουν περισσότερα για την κοινότητα στην οποία ανήκουν, μέσα από νέες και διευρυμένες εμπειρίες. Όσο οι επισκέπτες αυτοί μετακινούνται από την ιδιότητα του χρήστη –παθητικού αποδέκτη μουσειακού περιεχομένου– σε εκείνη του συν-δημιουργού, τόσο αρκετά μουσεία επαναπροσδιορίζουν την ταυτότητά τους ως ανοικτοί, προσβάσιμοι και ευχάριστοι κοινωνικοί χώροι.

Η εμπειρία διάφορων οργανισμών και επιχειρήσεων έχει καταδείξει τη μεγάλη αξία τού να παρέχουν τα μουσεία έναν χώρο συνάντησης για ανθρώπους, που είτε μοιράζονται κοινά ενδιαφέροντα και κοινές αντιλήψεις, είτε θέλουν απλώς να βρίσκονται σε ένα ασφαλές περιβάλλον όπου είναι όλοι τους καλοδεχούμενοι.

Ομιλήτρια: Τσαντσάνογλου Μαρία (Αναπληρώτρια Γενική Διευθύντρια, Μητροπολιτικός Οργανισμός Μουσείων Εικαστικών Τεχνών Θεσσαλονίκης МОМus- Καλλιτεχνική Διευθύντρια, MOMus – Μουσείο Μοντέρνας Τέχνης – Συλλογή Κωστάκη).

Δείτε την ομιλία στο Bodossaki Lectures on demand

Η Ερωφίλη του Τσαρούχη και το θεατρικό μανιφέστο της «Λαϊκής Σκηνής»

Εμφανίσεις: 133

Ο Γιάννης Τσαρούχης (1910-1989), όπως εξιστορεί ο ίδιος, είδε για πρώτη φορά παράσταση τραγωδίας σε πολύ μικρή ηλικία (γύρω στο 1917): «Ήταν με το Παρθεναγωγείο Παπακώστα, όπου οι αδελφές Παξινού κάνανε τους γέροντες και τραγουδούσαν τα χορικά σε στυλ τετραφωνία (…), φωνές σοπράνο. Τα κοστούμια ήταν πολύ αρχαϊκά… Μου έκανε τεράστια εντύπωση. Έκανα ένα θέατρο με χάρτινους ηθοποιούς και έπαιζα την Αντιγόνη, με κείμενο τελείως δικό μου, εκ μνήμης».

Η επαφή που θα έχει με την περιφρονημένη, από την αστική τάξη, παντομίμα, που παρακολουθεί από υπαίθριους θιάσους, απέναντι από το σπίτι του στο Πασαλιμάνι, θα είναι καθοριστική για την μετέπειτα σκηνογραφική του συμβολή.

Το 1933, ο Τσαρούχης με τον Κάρολο Κουν και τον δημοσιογράφο Διονύση Δεβάρη, ίδρυσαν τη «Λαϊκή Σκηνή» και τον επόμενο χρόνο, ο πειραματικός αυτός θίασος, παρουσίασε την Ερωφίλη. Το έργο αυτό θα παρουσιαστεί με έναν τρόπο πρωτοποριακό και ρηξικέλευθο, για την εποχή, καθώς η  επιρροή της ελληνικής λαϊκής τέχνης, θα έρθει σε απόλυτη κόντρα με τον κοσμοπολιτισμό του εμπορικού, αστικού θεάτρου, αλλά και την φαντασμαγορία και τον ταξικό προσανατολισμό, του νεοϊδρυθέντος Εθνικού Θεάτρου.

Η Ερωφίλη, θα ανέβει μέσα σε ένα πλαίσιο απλότητας της σκηνοθεσίας και φυσικότητα της ερμηνείας, ενώ το σκηνικό θα είναι ζωγραφικό και δισδιάστατο. Στο σκηνικό αυτό, αντανακλάται η επιρροή της λαϊκής παντομίμας, η λιτή κλίμακα των χρωμάτων στις φιγούρες του Καραγκιόζη, η μαθητεία του Τσαρούχη δίπλα στον Φώτη Κόντογλου και οι ασκητικές γραμμές της Βυζαντινής τέχνης. Το σκηνικό δεν είναι απλά μια εικόνα-φόντο, είναι η οπτική γλώσσα του ίδιου του έργου.

Η στροφή αυτή, προς τη λαϊκότητα των θεατρικών παραστάσεων, συμπυκνώνεται στο κείμενο-μανιφέστο του προγράμματος του έργου:

«[…] Θα δώσουµε κάτι που µπορεί να φανεί φτωχό στο εξωτερικό του γιατί αποβλέψαµε στο µέσα πλούτο των έργων και µε τι τρόπο αυτός ο πλούτος θα µπορούσε να εκφραστεί πιο καλά, µε µέσα απλά και να αγγίξει την ψυχή µας, που την έχουν παραστρατήσει κακές ξένες αποµιµήσεις».

Το θέατρο έδωσε τη δυνατότητα στους ζωγράφους να μεταφέρουν τις αναζητήσεις τους από τον καμβά στη σκηνή και να βγουν από το απομονωμένο εργαστήριό τους. Ο Γιάννης Τσαρούχης, χάρισε στη σκηνογραφία πρωτοτυπία, έμπνευση και την εμπλούτισε με το ταλέντο και τη φαντασία του, δίνοντας ένα στίγμα που θα καθόριζε την μετέπειτα πορεία της.

(Ακρυλικό σε πλαστικό φύλλο, 1945, Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλέξανδρου Σούτσου, αρ. έργου: Π.5834)

Αντικείμενα λαϊκής τέχνης: Η πινακωτή

Εμφανίσεις: 141

Πριν τα αρτοποιεία γίνουν μέρος της αστικοποιημένης καθημερινότητάς μας, οι άνθρωποι της επαρχίας διαχειρίζονταν μόνοι τους τις πρώτες ύλες. Έτσι, η παρασκευή ψωμιού ήταν αναπόσπαστο κομμάτι της καθημερινότητάς τους, αφού αποτελούσε τον βασικό διατροφικό τους πυλώνα. Στα αντικείμενα λαϊκής τέχνης που διασώζονται ανά την επικράτεια, μπορούμε να βρούμε απτές μαρτυρίες της καθημερινότητας του χτες, που πλέον έχουν εκλείψει στο όνομα της εκβιομηχάνισης.

Η πινακωτή ήταν μία ξύλινη κατασκευή, κατάλληλη για το φούσκωμα του ψωμιού. Συνήθως είχε πολλά χωρίσματα, ώστε να προκύπτουν πολλά καρβέλια ταυτόχρονα. Τα πλασμένα ζυμάρια, τα τοποθετούσαν στα χωρίσματα της πινακωτής, που ήταν σκεπασμένα με βαμβακερές πετσέτες και στη συνέχεια τη σκέπαζαν με μία κουβέρτα. Όταν το ζυμάρι φούσκωνε, ήταν έτοιμο για φούρνισμα.

Πηγή: e-Sisifos : Ψηφιακό Χρονολόγιο της Κορινθιακής Λαογραφίας

(Η φωτογραφία προέρχεται από την προσωπική συλλογή της Β.Π., κάτοικο Κορίνθου. Ωστόσο, οι πληροφορίες δόθηκαν από τον, επίσης κάτοικο Κορίνθου, Α.Δ., γιο της Β.Π., στον οποίο ανήκει πλέον η συλλογή)

 

Με το βλέμμα των περιηγητών: Η Κόρινθος του 1688

Εμφανίσεις: 132

H Άποψη της Κορίνθου με τον Ακροκόρινθο, ανήκει σε ένα από τα σπανιότερα λευκώματα του Vincenzo M. Coronelli: Repubblica di Venezia p. IV. Citta, Fortezze, ed altri Luoghi principali dell' Albania, Epiro e Livadia, e particolarmente i posseduti da Veneti descritti e delineati dal p. Coronelli, Βενετία, 1688.

Ο Vincenzo M. Coronelli (1650-1718), ήταν μοναχός, εγκυκλοπαιδιστής και χαρτογράφος. Ύστερα από ταξίδια σε όλη την Ευρώπη, μεταξύ των οποίων και στην Ελλάδα, το 1705 επέστρεψε στη γενέτειρά του Βενετία, όπου ίδρυσε την πρώτη γεωγραφική εταιρεία: τη Γεωγραφική Aκαδημία των Aργοναυτών.

Μεταξύ των συνολικά, 140 έργων που δημοσίευσε, εξέδωσε και τους έξι πρώτους τόμους της Biblioteca Universale Sacro-Profana, που θεωρείται η πρώτη εγκυκλοπαίδεια με αλφαβητική τάξη. Η πιο αξιοσημείωτη όμως προσφορά του στην γεωγραφία, ήταν η κατασκευή υδρόγειων σφαιρών, οι οποίες σήμερα εκτίθενται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας François Mitterrand.

(Από τη συλλογή της Βιβλιοθήκης του Ιδρύματος Αικατερίνης Λασκαρίδη)