Η Ερωφίλη του Τσαρούχη και το θεατρικό μανιφέστο της «Λαϊκής Σκηνής»

Εμφανίσεις: 134

Ο Γιάννης Τσαρούχης (1910-1989), όπως εξιστορεί ο ίδιος, είδε για πρώτη φορά παράσταση τραγωδίας σε πολύ μικρή ηλικία (γύρω στο 1917): «Ήταν με το Παρθεναγωγείο Παπακώστα, όπου οι αδελφές Παξινού κάνανε τους γέροντες και τραγουδούσαν τα χορικά σε στυλ τετραφωνία (…), φωνές σοπράνο. Τα κοστούμια ήταν πολύ αρχαϊκά… Μου έκανε τεράστια εντύπωση. Έκανα ένα θέατρο με χάρτινους ηθοποιούς και έπαιζα την Αντιγόνη, με κείμενο τελείως δικό μου, εκ μνήμης».

Η επαφή που θα έχει με την περιφρονημένη, από την αστική τάξη, παντομίμα, που παρακολουθεί από υπαίθριους θιάσους, απέναντι από το σπίτι του στο Πασαλιμάνι, θα είναι καθοριστική για την μετέπειτα σκηνογραφική του συμβολή.

Το 1933, ο Τσαρούχης με τον Κάρολο Κουν και τον δημοσιογράφο Διονύση Δεβάρη, ίδρυσαν τη «Λαϊκή Σκηνή» και τον επόμενο χρόνο, ο πειραματικός αυτός θίασος, παρουσίασε την Ερωφίλη. Το έργο αυτό θα παρουσιαστεί με έναν τρόπο πρωτοποριακό και ρηξικέλευθο, για την εποχή, καθώς η  επιρροή της ελληνικής λαϊκής τέχνης, θα έρθει σε απόλυτη κόντρα με τον κοσμοπολιτισμό του εμπορικού, αστικού θεάτρου, αλλά και την φαντασμαγορία και τον ταξικό προσανατολισμό, του νεοϊδρυθέντος Εθνικού Θεάτρου.

Η Ερωφίλη, θα ανέβει μέσα σε ένα πλαίσιο απλότητας της σκηνοθεσίας και φυσικότητα της ερμηνείας, ενώ το σκηνικό θα είναι ζωγραφικό και δισδιάστατο. Στο σκηνικό αυτό, αντανακλάται η επιρροή της λαϊκής παντομίμας, η λιτή κλίμακα των χρωμάτων στις φιγούρες του Καραγκιόζη, η μαθητεία του Τσαρούχη δίπλα στον Φώτη Κόντογλου και οι ασκητικές γραμμές της Βυζαντινής τέχνης. Το σκηνικό δεν είναι απλά μια εικόνα-φόντο, είναι η οπτική γλώσσα του ίδιου του έργου.

Η στροφή αυτή, προς τη λαϊκότητα των θεατρικών παραστάσεων, συμπυκνώνεται στο κείμενο-μανιφέστο του προγράμματος του έργου:

«[…] Θα δώσουµε κάτι που µπορεί να φανεί φτωχό στο εξωτερικό του γιατί αποβλέψαµε στο µέσα πλούτο των έργων και µε τι τρόπο αυτός ο πλούτος θα µπορούσε να εκφραστεί πιο καλά, µε µέσα απλά και να αγγίξει την ψυχή µας, που την έχουν παραστρατήσει κακές ξένες αποµιµήσεις».

Το θέατρο έδωσε τη δυνατότητα στους ζωγράφους να μεταφέρουν τις αναζητήσεις τους από τον καμβά στη σκηνή και να βγουν από το απομονωμένο εργαστήριό τους. Ο Γιάννης Τσαρούχης, χάρισε στη σκηνογραφία πρωτοτυπία, έμπνευση και την εμπλούτισε με το ταλέντο και τη φαντασία του, δίνοντας ένα στίγμα που θα καθόριζε την μετέπειτα πορεία της.

(Ακρυλικό σε πλαστικό φύλλο, 1945, Εθνική Πινακοθήκη και Μουσείο Αλέξανδρου Σούτσου, αρ. έργου: Π.5834)