ΓΙΑ ΝΑ ΘΥΜΙΖΕΙ!!!!! ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΗΜΕΡΑ ΕΙΡΗΝΗΣ!

Γράφει η Παυλίνα Μπεχράκη

ΕΙΡΗΝΗ ΕΙΝΑΙ Τ’ΑΗΔΟΝΙΑ ΠΟΥ ΚΕΛΑΗΔΟΥΝ ΣΤΑ ΚΛΩΝΙΑ
Ειρήνη είναι τ’ αηδόνια που κελαηδούν στα κλώνια, Πατρίδα μου!
Είναι της γής σου η ανάσα, και του Λαού ο ανασασμός.
Σαν τη ζωή γεννιέται μέσ’ στης αυγής τό φώς. Ειρήνη είναι
ο κυανός ουρανός, των λουλουδιών το χρώμα. Τά ερωτευμένα πέλαγα, που σέ κρατάνε αγκαλιά και σε χαϊδολογάνε.
Τά χαμηλά σπιτάκια του χωριού, η ματζουράνα στην αυλή τους.
Τά Ελληνόπουλα, που παίζουν λεύτερα, στην ανοιχτή αλάνα.
Ή Ελληνική ψυχή και σκέψη, η ανθρωπιά, η ζεστασιά, ο έρωτας για μιά ζωή απροσκύνητη, Πατρίδα μου, είναι Ειρήνη.

ΠΟΛΕΜΟΣ ΕΙΝΑΙ ΤΗΣ ΠΑΝΑΓΙΑΣ ΤΑ ΔΑΚΡΥΑ
Πόλεμος είναι της Παναγιάς τα δάκρυα.
Του Θανάτου η μυρωδιά η ματωμένη πέτρα..?
Πόλεμος είναι Ή νοτισμένη γη με πόνο
Του ήλιου ο ίσκιος στην άκρη της θάλασσας
Βάρκα, δίχως αρματωσιά μέσα στα κύματα
Των Λαών η ανάσα, που πνίγεται στη σιωπή.
Ό πόνος ο βαθύς, η φτώχεια η καταφρόνια τους..
Των Δυνατών, η απληστία, η υποκρισία
Πόλεμος είναι, η βάρβαρη απειλή του φόβου,
Το χώμα σου το αιματοπότιστο Πατρίδα μου
Τα κακοτράχαλα τα μονοπάτια που διαβαίνεις
Τα άρβυλα με σιδερένια πέταλα, που σε ποδοπατάνε.
Οσοι, ορέγονται την ωραιώτητα της γής σου.
Του Παρθενώνα τα Γλυπτά, τα θησαυρίσματά σου
που στέκουν λυπημένα, και προσμένουν
μια διαταγή ωραία, απ’ τον Γενέθλιο τόπο!

Η ΜΑΤΩΜΕΝΗ ΠΕΤΡΑ
Φλόγισε η πέτρα απ’ την ερωτική ματιά του ήλιου
και ρίγησε στο τρυφερό το χάδι του, μέσ’ το καταμεσήμερο.
Ζωντάνεψε, πήρε ψυχή, και νού, το άψυχο λιθάρι,
και μ’ όλη τις αισθήσεις, νιώθει τη νοτισμένη γή.
Τρομάζει, από του θάνατου τη μυρωδιά, απ’ τη νηχώ του πόνου,.
Πού είναι οι άνθρωποι φωνάζει. Μην είναι αυτοί οι δύστυχοι,
που βρίσκονται στο χώμα κουφάρια άψυχα?
Μήν είναι αυτοί που μπήκανε στη ξένη γή
για να τη μακελέψουν? Εκεί π’ αναρωτιότανε, μέσα στο χαλασμό,
έπεσε πάνω της κάτι απαλό και τρυφερό, ένα κορμί,.
μικρού παιδιού, κομματιασμένο πούσζε, αίμα.
μακρυά απ’ τη μάνα πού/σκουζε, δυό μέτρα παρα κεί.
Πλημμυρισμένη απ’το αίμα του η πέτρα, ρωτάει, ξαναρωτάει,
“Ποιοί είναι οι άνθρωποι” που είναι οι άνθρωποι?
Μη να είναι αυτά τα άγρια θεριά, τούτα τα όρνια?
Βρόντηξε τότε ή Γη των αστεριών, και έστειλε τον άνεμο
να απαντήσει. Σηκώθηκε αμμοθύελλα, και σκέπασε τη πέτρα,
για να μη βλέπει, να μη νοιάζεται, να μην ακούει τον πόνο..
Ή άτυχη ή μέρα, ξεψυχώντας, ηκέτεψε τον ήλιο που βασίλευε,
ν’ αργήσει να φανεί να κρύψει τη ντροπη, μυρωδιά του θάνατου.

[Παυλίνα Μπεχράκη]

“Από την εικον. Προσωπική μου ανθολογία εκδ. 2017”