Ο ΜΕΓΙΣΤΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΙΝΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΗΓΗΘΗΚΕ ΤΗΣ ΝΕΟΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑΣ

Γράφει η Παυλίνα Μπεχράκη

ΚΕΡΙΑ
Οι αγαπητές του μέλλοντος μας μέρες,
ωσάν κεράκια στέκονται εμπροστά μας,
σαν μια σειρά κεράκια αναμμένα
χρυσά, ζεστά, και ζωηρά κεράκια.
Οι περασμένες μέρες πίσω μένουν,
μια θλιβερή σειρά κεριά σβησμένα.
τα πιό κοντά, βγάζουν καπνό ακόμα,
κατάμαυρα κεριά, κυρτά λειωμένα..
Δεν θέλω να τα βλέπω,-με λυπεί η μορφή των,
και με λυπεί το πρώτο φώς τους να θυμούμαι.
Εμπρός κοιτάζω, τ’ αναμμένα μου κεριά!
Δεν θέλω να γυρίσω, να μη δω και φρίξω
τι γρήγορα που η σκοτεινή γραμμή μακραίνει,
τι γρήγορα που τα σβηστά κεριά πληθαίνουν.

[Κ.Π.Καβάφης]

ΌΤΑΝ ο άνθρωπος είναι αισιόδοξος, και ερωτευμένος με τη ζωή φίλε Άναγνώστη κάνει πράγματα που τον ενδιαφέρουν, και τον ευχαριστούν, δεν νιώθει τον χρόνο που τρέχει ακάματος, δεν τον μετράει και όταν καμιά φορά γυρίζει πίσω στα χρόνια της νιότης τα πανέμορφα, τα σκέπτεται νοσταλγικά, και ρουφάει στάλα ατάλα τη ζωή ,τη μικρή του αιωνιότητα. Κοιτάζει μπροστά τα αναμμένα του κεριά, τα χρυσά ζεστά και ζωηρά κεριά, που στέκονται καμαρωτά και του δείχνουν το δρόμο. Αντίθετα, αν είναι απαισιόδοξος εσωστρεφής, και η ζωή του ,δεν έχει κανένα ενδιαφέρον, γίνεται καταθλιπτικός, νιώθει κι’ αυτός τον χρόνο που τρέχει, μετράει αυτόν που του αναλογεί, δεν γιορτάζει γενέθλια, θλίβεται, εκείνη τη μέρα της χαράς, που είδε το φώς, κοιτάζει πίσω, όχι νοσταλγικά, αλλά τρομοκρατημένος, σκέπτεται το άγνωστο μελλούμενο και το βλέπει σκοτεινό απειλητικό!

Ό ΠΟΙΗΤΗΣ μας δυστυχώς ανήκει σ’ αυτή τη κατηγορία αν αναλογιστούμε πως τό ποίημα “τα κεριά” το έγραψε, όταν ήταν τριάντα χρονών παλλικάρι, στην ανατολή {το 1893} σχεδόν της ζωής, και όχι κάποιος που πορευόταν προς τη δύση. Ό Καβάφης βλέπει από τα χρόνια της νιότης τη βιασύνη του χρόνου μελαγχολικά, Αν και είναι το πιό πιθανό, η μελαγχολία αυτού του Μέγιστου Ποιητή, αδελφωμένη με τη τρυφερότητα, και τη ποιότητα, σφυρηλάτησε αυτόν τον θαυμαστό Ποιητικό Λόγο, αλλά και τόσους άλλους στίχους, άλλων Ποιημάτων, που κερδίζουν τον αναγνώστη όχι απαραίτητα, τον μυημένο στο Καβαφική γραφή, έτσι που προκαλεί στον ίδιο αλλά και για τον Ποιητή, τον νεαρό που, αντί να χαρεί τα νιάτα του σκέπτεται, και γράφει για τη φθορά του χρόνου και το προδικασμένο μελλούμενο του ανθρώπου. Ιδιαίτερα ο αναγνώστης, συγκινείται, διαβάζοντας αυτούς τους στίχους, γιατί από τη μιά παρηγοριέται κοιτάζοντας τη σειρά των αναμένων κεριών μπροστά του, και νιώθει ακριβώς το ίδιο με τον Ποιητή, ανάλογα με τη ψυχοσύνθεσή του.

Απλά λόγια τρυφερά, αληθινά, για απλές καθημερινές ανθρώπινες καταστάσεις, και διαθέσεις, κοινές για όλους, που ή μία λέξη δίπλα στην άλλη, δημιουργούν αυτόν τον υπέροχο Ποιητικό Λόγο, που πηγαίνει κατευθείαν στα μέσα μέρη της ανθρώπινης ψυχής, και την χαράζει με χαρμολύπη. Τελειώνοντας αυτή τη κατά δύναμιν ανάλυση, που τόλμησα με ταπεινότητα, για τόν αγαπημένο μου Ποιητή, και εμπεριέχεται ατόφιος στο εικονιζόμενο βιβλίο μου, θα πούμε, πως έχει έναν ρομαντισμό αυτό το εξαιρετικό Ποίημα, της νεότητάς του, που ξεχυλίζει από τρυφερότητα που σπανίζει στο έργο του, αν αναλογιστούμε πως έχει σαν θέμα και περιεχόμενο την ανθρώπινη μοίρα.

ΗΓΗΤΩΡ ΜΙΑΣ ΝΕΑΣ ΚΟΛΟΣΣΙΑΙΑΣ ΠΑΡΑΔΟΣΗΣ
Ό Μέγιστος Αλεξανδρινός Ποιητής, με τη θαυμαστή τολμηρή φωνή, ηγήθηκε της νεοτερικότητας, στο ελληνικό τοπίο, με μια γλώσσα δημοτική, στη βάση και την ουσία, ένα γάργαρο ρέον ύδωρ, Λιτός, Όραματιστής, Πραγματιστής, ο Τρανός Ποιητής, Περήφανος ώς Έλληνας, για το ασιατικό, ή συριακό, ή αιγυπτιακό αίμα, που τρέχει στις φλέβες του, μαζί με το Ελληνικό, αυτός ο Πατριώτης, της διασποράς, έδειξε, μέσα από τον του παρελθόντος Ιστορικό λόγο, με τον δικό του τρόπο, το μεγαλείο της Ελληνικής ψυχής και σκέψης, και την αξία των χαμένων για πάντα μικρών Πατρίδων.

Ο ΛΟΓΟΣ του, ως προς το θέμα και το περιεχόμενο, Φιλοσοφικός, Ιστορικός, βιοθεωρητικός, ήδονικός, διδακτικός πρακτικός, ασυμβίβαστος, ιδιόρρυθμος, κλείνει στην αγκαλιά των στίχων του, ολόκληρη την Ανθρωπότητα σεβαστικά.! Αν και κατηγορήθηκε ότι δεν ήταν Εθνικός Βάρδος, ταξίδεψε την φήμη της Ελλάδας, στη πιό μικρή κόχη της γής, ως Οικουμενικός Ποιητής. Ευλαβής προσκυνητής της δημοτικής γλώσσας, ωσάν Πιστός, που μπαίνει στη Εκκλησία, φυλάει στο εικονοστάσι του ιερά παλιά θησαυρίσματα, γεμάτα Σοφίαί! Μάς άφησε ένα θαυμαστό έργο, γεμάτο με δεξιοτεχνικά τεχνάσματα σοφού λόγου, και ακρίβειας.

ΉΓΗΤΩΡ μιας νέας κολοσσιαίας παράδοσης, μιας παράδοσης Λόγιας, Ο Καβάφης μας λέει, ο Νομπελίστας Ποιητής μας “Ο Λόγος του Καβάφη, είναι φτιασμένος, με όλως διόλου διαφορετικά υλικό, μεταδίδει ιδεοαξίες, και λιγότερο αισθήματα. Στεγνός, συναισθηματικά, πεζός, ουδέτερος, αφηρημένος, γερασμένος, σε Μοναστήρια και βιβλιοθήκες, προσπαθεί να τον περισώσει με το αίμα της ψυχής του”.

ΗΤΑΝ “Ελληνικός” αυτός ο Μέγιστος Ποιητής, στη σκέψη, το πνεύμα, τη δημιουργία, Άξιος Συνεχιστής-Απόγονος! Πρώτος απαίτησε τα Γλυπτά του Παρθενώνα, Αν και απαισιόδοξος, για το αποτέλεσμα, λόγω του εγωϊσμού των Ξένων σφαιτεριστών, που τίθεται, διαχρονικά πάνω από την αλήθεια και το δίκιο.

[Παυλίνα Μπεχράκη]
Εικαστικός, Συγγραφέας, Ποιήτρια