Για όσους έφυγαν, για αυτούς που μένουν, για όσους έρθουν

Εμφανίσεις: 292

«Κάθε λαὸς, κάθε ἔθνος, ἔχει τὴν ἱστορικὴ καὶ ἐθνικὴ κληρονομιὰ του, ἔχει τὴν τιμημένη καὶ πονεμένη μνήμη του, τὰ ἰδιαὶτερα χαρακτηριστικά τἠς ζωῆς καὶ τοῦ τόπου του, τὸ φυσικὸν περιβάλλον του, τὴν μυστικὴ καὶ ἰδιαίτερη γεῦσιν τῆς γλώσσης του [….]

῞Ολος αὐτὸς  θησαυρὸς εἶναι  βαρεῖα μας κληρονομιὰ, ποὺ τὰ ἀποτυπώματά της, σὰν θεῖο δῶρο, φέρουν εἰς τὴν ψυχὴν τους τὰ ῞Ελληνόπουλα, μόλις ἀναπνεύσουν τὸν μυρωμένο ἀέρα τῆς ῞ΕλλάδοςΔυστυχῶς, σήμερα, παρασυρόμενοι ἀπὸ τὸ πνεῦμα τοῦ μοντερνισμοῦ καὶ τῆς ξενομανίας, δὲν δίνομε τὴν πρέπουσα προσοχὴ εἰς τὸν πλοῦτον αὐτὸν ποὺ λέγεται λαϊκὴ δημιουργία [….].», έγραφε στην εισαγωγή του το 1964 για το Σπαθοβούνι Κορινθίας ο δάσκαλος Μιχαήλ Βλάχος.

  Γέννημα θρέμμα της Κορίνθου, πάντα είχα εύκολη την απάντηση στην ερώτηση, ποιο είναι το χωριό μου. Λες και δεν μου αρκούσε ο τόπος που γεννήθηκα. Λες και ήταν λειψός.  Άλλωστε, πολλά μπορείς να μάθεις από την καταγωγή κάποιου,  από πού κρατάει η σκούφια του, όταν σου μιλάει για το χωριό του, τον τόπο καταγωγής του.

  Πρόσφατα, την Κυριακή που μας πέρασε, 27.01.2019, πήρα το βιβλίο του Αριστείδη Δουλαβέρα, «Λαογραφικά Σύμμεικτα Κορινθίας» και μέρες τώρα διαβάζω από τις σελίδες τουΌταν το πήρα στα χέρια μου, έψαξα να βρω στα περιεχόμενα το χωριό μου, προσπερνώντας την πόλη μου Κόρινθο.

   Ήθελα να επαναφέρω στη μνήμη μου τα παιδικά μου χρόνια. Οι πληροφορίες για τη γλώσσα του χωριού μου, μου θύμισαν τις συζητήσεις μεταξύ της γιαγιάς μου και της θείας μου, που σαν ήθελαν να πουν πράγματα για μεγάλους, ξεκινούσαν να μιλούν μια αλλιώτικη γλώσσα, πότε πότε απόκρυφη, πότε πότε αστεία, τα αρβανίτικα.

  Την μυστική αυτή γλώσσα την θυμάμαι πάντα σαν γλώσσα των μεγάλων. Ένα αυθόρμητο μειδίαμα σχηματίστηκε στο πρόσωπό που και συνέχισα την ανάγνωση.

  Το 2003 ο ΑριστείδηςΔουλαβέρας, φοιτητής του καθηγητή Φάνη Κακριδή, έλαβε ταχυδρομικώς έναν ογκώδη φάκελο με εργασίες δασκάλων, κατά το σχολικό έτος1964-1965,με λαογραφικό και ιστορικό υλικό της Κορίνθου και 28 χωριών του νομού, με μία προτροπή : να αξιολογήσει αυτό το υλικό και να διακρίνει αν πρόκειται για θησαυρό ή για άνθρακες.

    Αφού διάβασα για το χωριό μου, ανέτρεξα στις σελίδες για την πόλη της Κορίνθου. Και προβληματίστηκα. Γιατί το ’64-65 να γίνει αυτή η προσπάθεια καταγραφής λαογραφικού υλικού από τους δασκάλους ; Γιατί δόθηκε αυτή η εντολή ; Γιατί οι άνθρωποι ακόμα και σήμερα στρέφονται πάλι στις ρίζες τους ;

   Τοποθετώ την προσπάθεια των δασκάλων στο χρονικό της πλαίσιο και την συγκρίνω με το σήμερα.

   Η Ελλάδα του 1964-1965 ζει μια ταραγμένη περίοδο πολιτικά και υπό την σκιά του Ψυχρού Πολέμου. Κινείται μεταξύ Ανατολής και Δύσης, με την «πυξίδα» να φλερτάρει με την Δύση. Συνεπώς, γίνονται διάφορες διεργασίες ενοποίησης με το ευρωπαϊκό και αμερικάνικο στοιχείο, φοβούμενη τον ερχομό μιας «δικτατορίας του προλεταριάτου».  Στα επόμενα χρόνια, θα ακολουθήσει η δικτατορία των συνταγματαρχών, της οποίας οι συνέπειές της είναι γνωστές σε όλους.

  Αυτό είναι το χρονικό πλαίσιο, που πρέπει να εντάξουμε το βιβλίο αυτό. Συνεπώς, η ενασχόληση κάποιου με τις ρίζες του, σε μια κοινωνία που αλλάζει, που ζει στον κίνδυνο του πολέμου, που διεκδικείται από μεγάλες χώρες επιρροής, είναι απόλυτα λογική. Παρακινείται από τον φόβο του να μην αφομοιωθεί. Αυτό μπορούμε να αντιληφθούμε και στα λόγια του Μιχαήλ Βλάχου, σε μια δεύτερη και πιο προσεκτική ανάγνωση.

  Γι’ αυτό και οι Νεοέλληνες στρέφονται σήμερα  στις ρίζες τους, πότε με βιβλία, πότε με ημερίδες, πότε με λαογραφικά μουσεία κ.ά. Εν μέσω πολιτικών αναταραχών και υπό την σκιά της Παγκοσμιοποίησης, ο Έλληνας φοβάται για μια ακόμη φορά την αφομοίωση.

  Ίσως αυτό το βιβλίο αποτελέσει μια άγκυρα για τις φουρτουνιασμένες μέρες που έρχονται, που αντιμετωπίζει ο καθένας.

  Θα διαβάσετε για την Κορινθία των αρχών του ’60 αλλά και παλαιότερα, με βάση το λαογραφικό και ιστορικό υλικό του βιβλίου, και θα διαπιστώσετε, ότι η ίδια η προσπάθεια των δασκάλων έχει πλέον μνημειακή αξία και υπηρετεί τη συλλογική μνήμη.

   Ίσως συνοδεύσετε και εσείς πεζοί τον εικονιζόμενο του εξωφύλλου, σε ένα παρελθόν, που πολλά από αυτά θα σας φανούν γνώριμα –όπως και της γραφούσης- σε έναν ασφαλτωμένο δρόμο , με πινακίδες αγγλιστί να σας καλωσορίζουν στο χωριό Assos κ.ά. Μην πάρετε αμάξι. Απολαύστε την διαδρομή και χαθείτε μέσα στον χρόνο. Ξεκινήστε από το χωριό σας και ταξιδέψτε στην Κορινθία. Βρείτε τις ρίζες σας, πάρτε μια ανάσα και επιστρέψτε δυνατοί στο παρόν.

  Μπορεί να διαβάσετε ξανά ιστορίες της γιαγιάς και του παππού για τις νεράιδες, για τσολιάδες που τις αγάπησαν και έχασαν το μυαλό τους, για ανθρώπους που γύρισαν από τον θάνατο, ή να θυμηθείτε τα καθησυχαστικά λόγια των γονιών σας, σαν έφυγαν οι σεβάσμιες γεροντικές αυτές μορφές από την ζωή σας, πως «οι ψυχές τους περιπλανιόνται μέσα στο σπίτι σαν λευκές πεταλούδες». Τις κυνηγούσατε και εσείς… ; Θα σιγοτραγουδήσετε γνωστά δημοτικά τραγούδια του βιβλίου, θα διαβάσετε αινίγματα, παροιμίες και ανέκδοτα, θα παρακολουθήσετε την όλη διαδικασία του παραδοσιακού γάμου, θα συντροφέψετε τους αγρότες στις παραδοσιακές τους καλλιέργειες, θα διαβάσετε μοιρολόγια και τραγούδια της ξενιτιάς …και άλλα πολλά.

Σαν από ορμέμφυτο, λοιπόν, γύρεψα να βρω το Γαλατάκι και ,αφού ξενύχτησα ικανοποιώντας την περιέργειά μου, τοποθέτησα το βιβλίο αυτό δίπλα από εκείνο του Νικολάου Πολίτη(Μελέται περί του βίου και της γλώσσης του ελληνικού λαού: Παραδόσεις) και αποκοιμήθηκα.

Ασφαλώς, κύριε Δουλαβέρα,

δεν ήταν άνθρακες ο θησαυρός!

«Έκείνον τον καιρό έψαχνα να βρω κάτι που είχα χάσει (αν το βρω, ίσως σωθώ-ίσως σωθεί κι η ανθρωπότητα»
Τάσος Λειβαδίτης

Καψάλη Δέσποινα
Φιλόλογος-Αρθρογράφος Rap Media